- Advertisement -

«Ποιος θα σηκώσει το τηλέφωνο στις τρεις το πρωί σε έναν κόσμο αστάθειας;», αναρωτήθηκε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στο συνέδριο της ΝΔ – και από τότε, το ερώτημα έγινε περίπου πολιτικό viral. Οχι μόνο δημόσια, σε συζητήσεις συνεδρίων και τηλεοπτικά πάνελ, αλλά και σε πολιτικές συζητήσεις μακριά από τις κάμερες. Τι ήθελε να πει ο Πρωθυπουργός; Ποια σύγκριση ήθελε να κάνει; Και ποιος, όντως, είναι ο καταλληλότερος να σηκώσει το τηλέφωνο σε μια στιγμή κρίσης, απροετοίμαστος και αγουροξυπνημένος;
Για τους γνώστες των αμερικανικών πραγμάτων, η φράση παραπέμπει σε μια επιδραστική πολιτική διαφήμιση της Χίλαρι Κλίντον, το μακρινό 2008, όταν διεκδικούσε το χρίσμα των Δημοκρατικών για τις προεδρικές εκλογές: δύο παιδιά κοιμούνται στο κρεβάτι τους, την ώρα που το τηλέφωνο στον Λευκό Οίκο χτυπάει επίμονα. «Κάτι συμβαίνει στον κόσμο. Η ψήφος σου θα αποφασίσει ποιος θα απαντήσει στο τηλεφώνημα – αν θα είναι κάποιος που ήδη γνωρίζει τους παγκόσμιους ηγέτες, που ξέρει το στράτευμα, κάποιος τεσταρισμένος, έτοιμος να πάρει το τιμόνι σε έναν επικίνδυνο κόσμο», λέει ο αφηγητής. «Είναι τρεις το πρωί, τα παιδιά σου κοιμούνται ασφαλή. Ποιος θες να σηκώσει το τηλέφωνο;».
Στην ελληνική πραγματικότητα, το δίλημμα του έκτακτου τηλεφώνου, όπως είπε ο Ευάγγελος Βενιζέλος στον Κύκλο Ιδεών, έχει αναφορά στο εθνικό αφήγημα του «Οχι»: ο ιταλός πρεσβευτής Εμανουέλε Γκράτσι, το ξημέρωμα της 28ης Οκτωβρίου, επισκέφθηκε τον Ιωάννη Μεταξά στην κατοικία του. Εκείνος τον υποδέχτηκε με τη ρόμπα, άκουσε το τελεσίγραφο για την ελεύθερη διέλευση των στρατευμάτων και απάντησε, στα γαλλικά, «Λοιπόν, έχουμε πόλεμο». Ο Μεταξάς, λέει ο Βενιζέλος, μπορεί να «αποφάσισε τότε αυτοστιγμεί να κάνει μία επιλογή υπέρ των Συμμάχων», όμως το δίλημμα «ήταν κάτι που περιμέναμε, κάτι που αφορούσε τους συσχετισμούς των δυνάμεων». Και έφερε το παράδειγμα μιας πιο πρόσφατης βραδινής κρίσης: «Η κρίση των Ιμίων έγινε το βράδυ που ξέρουμε, το βράδυ που συνεδρίασε το ΚΥΣΕΑ, το βράδυ που έγινε η τηλεφωνική επικοινωνία με τον Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ; Οχι, κυοφορήθηκε επί σχεδόν έναν μήνα».
Θέλει να επουλώσει το αφήγημα
Για τον ίδιο τον Μητσοτάκη, το ερώτημα του τηλεφώνου είναι δομικό για τη φυσιογνωμία και το πολιτικό του αποτύπωμα – με την έννοια πως η άνοδός τους στην εξουσία ήρθε με σύνθημα την επαναφορά μιας κανονικότητας που θεωρητικά είχε χαθεί την περίοδο της κρίσης. Στην πρώτη της τετραετία, η ΝΔ και ο ίδιος προσωπικά ενίσχυσαν την αίσθηση πως ξέρουν να διαχειρίζονται έκτακτες καταστάσεις: η κρατική αντίδραση στην πανδημία, όταν κυριαρχούσε το συναίσθημα του φόβου και της αβεβαιότητας, και στην κρίση στον Εβρο, σε μια περίοδο που η Τουρκία εργαλειοποιούσε το Μεταναστευτικό και ο Πρωθυπουργός το μετέτρεψε σε ευρωπαϊκό ζήτημα, έγιναν τα μεγαλύτερα όπλα του και επί της ουσίας του επέτρεψαν να διευρύνει το ακροατήριό του.
Η εικόνα όμως θόλωσε απότομα και με δραματικό τρόπο, με μια σειρά κρίσεων που άφησαν κοινωνικό αποτύπωμα, όπως το στεγαστικό και η ακρίβεια, και θεσμικό, όπως οι υποκλοπές, η οποία κορυφώθηκε με τα Τέμπη: μια κυβέρνηση αρίστων και ένα επιτελικό κράτος που υποσχέθηκε άμεσα αντανακλαστικά είχαν αφήσει την κατάσταση στα τρένα να κακοφορμίζει, με αποτέλεσμα να πεθάνουν άνθρωποι σε μια αδιανόητη μετωπική σύγκρουση. Τα πηγαινέλα και του ίδιου του Μητσοτάκη για την αιτία της τραγωδίας έφεραν το βάρος των ευθυνών στην πόρτα του Μεγάρου Μαξίμου. Από τότε τίποτα δεν είναι το ίδιο, εξού και ο Μητσοτάκης επιχειρεί προσωπικές συγκρίσεις θεωρώντας πως τον ευνοούν, για να επουλώσει ένα βαθιά τραυματισμένο αφήγημα.
Ποιος θυμάται το 2015;
Στο κοινό που απευθύνεται ο Μητσοτάκης, ο Αλέξης Τσίπρας πολύ δύσκολα μπορεί να διεισδύσει – ως διαχειριστής κρίσεων, ο πρώην πρωθυπουργός κουβαλάει στην πλάτη του το εξάμηνο των αυταπατών και τη διαχείριση μιας μνημονιακής περιόδου που εξελίχθηκε στη χειρότερη στιγμή της ελληνικής κρίσης χρέους, ενώ δεν χρειαζόταν να είναι η χειρότερη: κακή επιλογή συνεργατών, μπλόφες που δεν έπιαναν και απειρία έφεραν το αποτέλεσμα του καλοκαιριού του 2015. Οποιος αποφάσισε τότε για τον Τσίπρα, δεν αλλάζει γνώμη.
Για το πολιτικό ακροατήριο που αποτιμά συνολικά τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, σε περιόδους κρίσεων υπήρξαν εξαιρετικά επώδυνες στιγμές που ο κρατικός μηχανισμός εμφανίστηκε ανέτοιμος, όπως η πυρκαγιά στο Μάτι, που κόστισε ανθρώπινες ζωές, με τον άρτι αφιχθέντα από τη Βοσνία και Ερζεγοβίνη Τσίπρα να χρεώνεται την παρουσία του στη διαβόητη σύσκεψη στο Κέντρο Επιχειρήσεων της Πυροσβεστικής. Υπήρξαν κηλίδες, όπως η ανθρωπιστική κρίση στη Μόρια και την Ειδομένη. Στο Προσφυγικό – Μεταναστευτικό, ωστόσο, μετράται θετικά πως ο Τσίπρας ήταν ο Πρωθυπουργός που διαπραγματεύτηκε την κοινή δήλωση ΕΕ – Τουρκίας τον Μάρτιο του 2016, που έδωσε ανάσα στην ελληνική πλευρά – η σχέση του με τη γείτονα χώρα χτίστηκε σταδιακά, ώστε το 2018, όταν οι δύο έλληνες αξιωματικοί Αγγελος Μητρετώδης και Δημήτρης Κούκλατζης πέρασαν εντός τουρκικού εδάφους και συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν, το θέμα λύθηκε διά της διπλωματικής οδού. Κυρίως, αποτιμάται θετικά πως μετά το 2015 ο Τσίπρας εξελίχθηκε σε έναν αξιόπιστο ευρωπαίο εταίρο, θέση που ενισχύθηκε περισσότερο όταν υπέγραψε τη Συμφωνία των Πρεσπών (η οποία, παρά τις αντιδράσεις, δεν αμφισβητήθηκε από την επόμενη κυβέρνηση).
Δεν έχει εμπειρία
Οποιος έχει εμπειρία, έχει σίγουρα λάθη στην πλάτη του. Το πλεονέκτημα του Νίκου Ανδρουλάκη σε αυτή τη συζήτηση είναι πως δεν έχει, γιατί δεν έχει βρεθεί σε θέση εξουσίας. Γνωρίζει τους μηχανισμούς και τη γραφειοκρατία των Βρυξελλών λόγω της θητείας του στο Ευρωκοινοβούλιο, είχε ενεργό ρόλο στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων και υπήρξε εισηγητής του Μηχανισμού Πολιτικής Προστασίας της ΕΕ (RescEU), ενός μηχανισμού που φτιάχτηκε για την άμεση ανταπόκριση των κρατών – μελών σε επείγουσες κρίσεις και φυσικές καταστροφές. Πριν από αυτό, το 2013, ήταν γραμματέας του ΠΑΣΟΚ, άρα έχει εικόνα της κομματικής διοίκησης ενός μηχανισμού σε θέση ευθύνης – χωρίς όμως να είναι εκείνος τότε που σήκωνε τα κρίσιμα τηλέφωνα.
Το μειονέκτημα ενός αρχηγού που δεν έχει κυβερνήσει, όπως ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, είναι η έλλειψη εκτελεστικής εμπειρίας: ο Ανδρουλάκης δεν έχει διατελέσει υπουργός, υφυπουργός ή επικεφαλής κάποιου μεγάλου κρατικού οργανισμού στην Ελλάδα. Η διοικητική διαχείριση ενός υπουργείου ή του κρατικού μηχανισμού σε πραγματικό χρόνο διαφέρει σημαντικά από το νομοθετικό έργο, ενώ οι Βρυξέλλες του πρόσφεραν μια θεσμική απόσταση από την άμεση, επιχειρησιακή διαχείριση καθημερινών ή έκτακτων κρίσεων. Ενδεχομένως σε αυτό το χαρακτηριστικό του οφείλονται και οι «χαμηλές πτήσεις» στις ερωτήσεις για την καταλληλότητα στις δημοσκοπήσεις, που δείχνουν τον Μητσοτάκη να αναμετράται με τον «Κανένα» και όχι με κάποιον εκ των αντιπάλων του.
Κι όμως, έχασε
Υπό μία έννοια, λοιπόν, ο Μητσοτάκης ανασύρει την ερώτηση του τηλεφώνου γιατί θεωρεί πως υπερτερεί των αντιπάλων του: η παρακαταθήκη του ενός εξ αυτών τον ακολουθεί ακόμα, ενώ η απειρία του άλλου δεν του επιτρέπει να ξεκινάει από πλεονεκτική θέση. Κι όμως, η έμφαση με την οποία η Χίλαρι Κλίντον έκανε την ερώτηση το 2008 δεν έγειρε την πλάστιγγα υπέρ της. «Το σημαντικότερο τεστ σε αυτή τη δουλειά δεν είναι απλώς να μπορείς να σηκώσεις το τηλέφωνο στις 3 το πρωί. Είναι να έχεις την κρίση να πάρεις τη σωστή απόφαση όταν αυτό συμβεί», της είχε απαντήσει τότε ο Μπαράκ Ομπάμα: «Η κ. Κλίντον, μπορεί να μην το θυμάται, όμως στην Αμερική υπήρξε ήδη ένα “κόκκινο τηλέφωνο”. Στον πόλεμο στο Ιράκ, εκείνη, ο κ. ΜακΚέιν, ο κ. Μπους σήκωσαν το τηλέφωνο και έδωσαν την λάθος απάντηση».
Με οποιονδήποτε άλλον αντίπαλο, η Κλίντον θα είχε κερδίσει – και το επιχείρημα και το χρίσμα. Ο Μητσοτάκης θεωρεί πως δεν έχει απέναντί του έναν Ομπάμα. Ακόμα κι αν έχει δίκιο, οι λάθος αποφάσεις ενός ηγέτη στις 3 το ξημέρωμα είναι σαν τα φαντάσματα: γυρνούν για να σε στοιχειώσουν.
Comments are closed.