- Advertisement -

Γιάννος Περλέγκας: «Η αποδοχή της αποτυχίας μπορεί να είναι πολύ απελευθερωτική»

Γιάννος Περλέγκας: «Η αποδοχή της αποτυχίας μπορεί να είναι πολύ απελευθερωτική»
2

- Advertisement -

Τι σημαίνει να επιμένεις σε κάτι που μοιάζει εκ των προτέρων καταδικασμένο; Να επαναλαμβάνεις την ίδια πρόβα επί 22 χρόνια, να κυνηγάς μια άπιαστη τελειότητα, να απαιτείς από τους άλλους και τον εαυτό σου, αυτό που ίσως δεν θα κατακτηθεί ποτέ; Σε αυτή τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στην αφοσίωση και την εμμονή επιστρέφει ο Γιάννος Περλέγκας από τις 2 Μαρτίου με την παράσταση «Η δύναμη της συνήθειας vol. 2». Ο έμπειρος ηθοποιός και σκηνοθέτης συνεχίζει τη «συνομιλία» του με τον Τόμας Μπέρνχαρντ μαζί με την ομάδα χορευτών κι ακροβατών «κι όμΩς κινείται» στο Θέατρο Ροές.

«Η περσινή παράσταση υιοθετούσε πολύ έντονα τη γλώσσα των ακροβατών γιατί συμμετείχαν μόνο ακροβάτες, και μόνο δύο πρόσωπα ήταν επιφορτισμένα με όλο το κείμενο. Φέτος, με την άφιξη τριών εξαιρετικών νέων ηθοποιών, αποφοίτων του Εθνικού Θεάτρου, η παράσταση επιστρέφει σε μια θεατρική μορφή ενώ διατηρείται ταυτόχρονα και η γλώσσα των ακροβατών. Οπως επισημαίνει πολύ ωραία ο Μπέρνχαρντ, καμία τέχνη δεν φτάνει μόνο από τον εαυτό της για να προχωράει τα πράγματα. Χρειάζεται τη συνδρομή κι άλλης τέχνης ώστε να μπορούν από τα επιτεύγματα της δεύτερης να προκύψουν τα επιτεύγματα της πρώτης», αναφέρει ο Γιάννος Περλέγκας μιλώντας στο «Νσυν».

Το έργο διαδραματίζεται ένα βράδυ του 1974 σε πλατεία του Μονάχου, όπου ο διευθυντής του περιοδεύοντος τσίρκου Καριμπάλντι, επιβάλλει στους συνεργάτες του ατελείωτες πρόβες για να εκτελέσουν άψογα ένα κουιντέτο του Σούμπερτ. Πίσω από τη φαινομενικά παλαιάς κοπής ιστορία ενός περιοδεύοντος τσίρκου, το έργο του Τόμας Μπέρνχαρντ αποκαλύπτεται απολύτως σύγχρονο. Γιατί αυτή η μικρή ομάδα καλλιτεχνών που πρωταγωνιστούν είναι μια μικρογραφία του σημερινού κόσμου της εργασίας και της τέχνης.

«Ο Μπέρνχαρντ σ’ αυτό το έργο επιλέγει να μιλήσει για την τέχνη και για τους καλλιτέχνες, χρησιμοποιώντας τους πιο ταπεινούς καλλιτέχνες που μπορούν να υπάρχουν. Αυτούς που δεν είναι ενταγμένοι σε έναν θεσμό, μία κοινωνία ή ένα κατεστημένο θέατρο. Οι άνθρωποι του τσίρκου είναι σχεδόν εξωκοινωνικά όντα και το να τα βάζεις να μιλήσουν για την σημασία της τέχνης, έχει κατά τη γνώμη μου σήμερα μία πολύ μεγάλη κοινωνική και πολιτική βαρύτητα και κάνει την αναρώτηση του Μπέρνχαρντ περί τέχνης και καλλιτεχνών πολύ σύγχρονη», επισημαίνει ο σκηνοθέτης της παράστασης.

Η υψηλή τέχνη

Η έννοια της «υψηλής τέχνης» μπαίνει στο στόχαστρο του Μπέρνχαρντ όταν τοποθετεί το περίφημο κουιντέτο να λειτουργεί όχι μόνο ως μουσικός στόχος αλλά ως ιερό τοτέμ το οποίο οργανώνεται γύρω από μια μικρή τυραννία. Εκεί, η λατρεία της τελειότητας, η επίκληση των μεγάλων προτύπων, η επίμονη αναφορά στο μεγαλείο της κλασικής μουσικής μετατρέπονται σε μηχανισμούς πίεσης, ενοχής και γελοιοποίησης. «Αυτό είναι ένα πολιτικό σχόλιο του Μπέρνχαρντ, ότι επικαλούμαστε την υψηλή τέχνη ή τα μεγάλα εθνικά ονόματα, που εν προκειμένω είναι ο Σούμπερτ για τους Αυστριακούς, για να δικαιολογήσουμε την απόγνωσή μας ή να ανυψωθούμε ατομικά και εθνικά. Από την άλλη, αυτή η αναμέτρηση με το υψηλό είναι σίγουρο ότι αναδεικνύει και ταπεινά κίνητρα», επισημαίνει ο δημιουργός της παράστασης.

Διαρκώς στην εξέλιξη της αφήγησης, η κωμωδία μετατοπίζεται από το ευτράπελο στο υπαρξιακό. Γιατί σχεδόν πίσω από τις ατελείωτες πρόβες και τις γκροτέσκες συγκρούσεις των ηρώων, αναδύεται το σταθερό, σχεδόν εμμονικό θέμα της αποτυχίας. Οχι ως ένα μεμονωμένο στραβοπάτημα αλλά ως μια μόνιμη κατάσταση, μια αδυναμία να φτάσεις στην τελειότητα, να ανταποκριθείς στις προσδοκίες και να σταθείς στο ύψος του ίδιου σου του ονείρου. «Η αποδοχή της αποτυχίας μπορεί να είναι πολύ απελευθερωτική αν την αντιμετωπίζεις με όρους ομάδας. Οταν την αντιμετωπίζει μια ομάδα ανθρώπων, η οποία έχει αποκτήσει μια κοινή γλώσσα μεταξύ της, θέτει κάποιους σκοπούς και βρίσκει ότι δεν τους πετυχαίνει, μπορεί να την ατσαλώνει έτσι ώστε να μην καταρρεύσει κανείς από τη μη επίτευξη ενός στόχου, ο οποίος πολλές φορές μπορεί να τους γυρνάει γύρω γύρω από τον εαυτό τους», καταλήγει ο Γιάννος Περλέγκας.

- Post Down -

Comments are closed.