- Advertisement -

Την εικόνα μιας κυπριακής πολιτικής σκηνής που αλλάζει, αλλά όχι κατ’ ανάγκην με τους όρους μιας πλήρους ανατροπής, περιγράφει ο σύμβουλος επικοινωνίας και συγγραφέας Ανδρέας Χατζηκυριάκος, αναλύοντας τις τάσεις ενόψει των αυριανών βουλευτικών εκλογών.
Τους τελευταίους μήνες είχε δημιουργηθεί η αίσθηση ότι η επόμενη εκλογική αναμέτρηση μπορεί να λειτουργήσει ως πολιτικός «σεισμός», με σοβαρή πίεση στο παραδοσιακό κομματικό σύστημα. Ωστόσο, οι τελευταίες ενδείξεις δείχνουν ότι τα μεγάλα κόμματα εξακολουθούν να διαθέτουν μηχανισμούς συσπείρωσης και αντοχές. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο Ανδρέας Χατζηκυριάκος θεωρεί ότι η ανάλυση ξεκινά από τα σταθερά δεδομένα.
Εξηγεί, αφενός μεν, ότι η αποχή αναμένεται να παραμείνει σε υψηλά επίπεδα, πιθανότατα πάνω από το 30% ή και το 32%, αφετέρου δε ότι περίπου 150.000 με 160.000 πιθανοί εκλογείς δεν είναι καν εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους. Με δύο τόσο μεγάλες ομάδες εκτός κάλπης, τονίζει, «πραγματική επανάσταση δύσκολα γίνεται».
Η βασική δομική αλλαγή, σύμφωνα με τον ιδιαίτερα έμπειρο σε εκλογικές αναμετρήσεις Ανδρέα Χατζηκυριάκο, είναι η συνεχιζόμενη πτώση των δύο μεγάλων κομμάτων. Από το 2011 έως το 2021, το ποσοστό τους μειώθηκε από το 67% στο 50%, ενώ στις επόμενες εκλογές εκτιμά ότι θα πέσει κάτω από το ψυχολογικό όριο του 50%. Για ένα πολιτικό σύστημα που από το 1976 στηρίχθηκε στη δύναμη δύο μεγάλων κομμάτων, η εξέλιξη αυτή είναι, όπως λέει, τεράστια.
Η μεγάλη αναμενόμενη αλλαγή, επισημαίνει, είναι το ακροδεξιό ΕΛΑΜ. Επισημαίνει ότι δεν υπάρχει άλλο κόμμα στην ιστορία της Κύπρου που να διπλασίασε τα ποσοστά του σε μία εκλογική αναμέτρηση, ενώ δεν αποκλείει ακόμη και υπερδιπλασιασμό.
Αντίθετα, μεγαλύτερη αβεβαιότητα βλέπει γύρω από τα νέα σχήματα: την Αμεση Δημοκρατία του ευρωβουλευτή Φειδία Παναγιώτου και το ΑΛΜΑ του Οδυσσέα Μιχαηλίδη. Η προσοχή της κοινής γνώμης, λέει, έχει στραφεί κυρίως σε αυτούς, καθώς υπάρχει προσδοκία επανάληψης της έκπληξης που προκάλεσε ο Φειδίας στις ευρωεκλογές. Ομως η προσδοκία, σημειώνει, δεν μεταφράζεται απαραίτητα σε ψήφο.
Για τον Οδυσσέα Μιχαηλίδη, η εκτίμησή του είναι ότι άρχισε να ανησυχεί τον συντηρητικό, «νοικοκυραίο» κύπριο ψηφοφόρο. Θεωρεί ότι η πολιτική του παρουσία συνδέθηκε υπερβολικά με την καταγγελία, την οργή και την πολιτική της εκδίκησης, χωρίς αντίστοιχη παρουσία ουσιαστικών προτάσεων. Οι υποθέσεις Χασαπόπουλου και Παπαδάκη (ο πρώτος, μέχρι πρότινος στενότερός του συνεργάτης, εκπαραθυρώθηκε αποκαλύπτοντας ότι τον έβαζε να στοχοποιεί ανθρώπους, ενώ ο δεύτερος, ευρωβουλευτής, το όνομα του οποίου αβάσιμα ενεπλάκη στην υπόθεση «Σάντη» και εκδιώχθηκε πριν καν εξεταστούν καταγγελίες) όπως βέβαια και η εικόνα εσωτερικών προβλημάτων στο σχήμα του, εκτιμά ότι του προκάλεσαν φθορά.
Ο Φειδίας, αντιθέτως, φέρνει, κατά τον Ανδρέα Χατζηκυριάκο, κάτι διαφορετικό: έναν νέο τρόπο επικοινωνίας. Η χρήση εφαρμογής, η απήχηση σε νεότερες ηλικίες και η αίσθηση ότι αντιμετωπίζεται από τα παραδοσιακά μέσα ως «αντισυστημικός» ενδέχεται να λειτουργούν υπέρ του. Ακόμη και οι αδυναμίες του, λέει, μπορεί να τον κάνουν πιο αναγνωρίσιμο και αυθεντικό στα μάτια του δικού του κοινού.
Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι η Κύπρος οδεύει προς σημαντική αναδιάταξη, όχι όμως απαραίτητα προς πλήρη εκλογική ανατροπή. Επίσης, αν θα υπάρξει έκπληξη, σημειώνει, είναι πιθανότερο αυτή να κρύβεται στον αριθμό των κομμάτων που θα μπουν (7-8) παρά στα ποσοστά Οδυσσέα – Φειδία. «Ενα πρωτοεμφανιζόμενο κόμμα μπορεί να σπάσει το φράγμα του 6%», εκτιμά. «Δύο ή τρία μαζί, και μάλιστα με διψήφια ποσοστά, είναι άλλο πράγμα».
Comments are closed.