Σεξουαλική κακοποίηση – Τον βίασαν όταν ήταν 7 ετών – Έγινε αστυνομικός για να αποδώσει δικαιοσύνη

9

«Μπήκα στο αστυνομικό σώμα επειδή είχα πάθος να βοηθήσω τους ανθρώπους», λέει στον Guardian ο Τζον Νίντχαμ. «Ακούγεται κλισέ το να λες ότι θέλεις να κάνεις τη διαφορά, αλλά πραγματικά το εννοώ».

Μέχρι τα 45 του δεν είχε εξηγήσει σε κανέναν τι ακριβώς σήμαινε αυτό. Όμως το 219 εξήγησε σε μια ομάδα 70 αστυνομικών με τους οποίους συνεργαζόταν σε τμήμα του Λονδίνου, ότι είχε κακοποιηθεί φρικτά ως παιδί – αλλά και πώς τον αντιμετώπισε το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης όταν αποφάσισε να κινηθεί δικαστικά.

«Θέλω οι αστυνομικοί να ακούσουν πώς είναι η κατάσταση από έναν επιζήσαντα», εξηγεί. «Μετά από όλα όσα έζησα σκέφτηκα ότι θα ήταν εξαιρετικό αν μπορούσα να βοηθήσω τους ανθρώπους».

Τρομακτικές στατιστικές

Ο αριθμός των καταδικασμένων για βιασμούς στη Βρετανία είναι χαμηλότερος από ποτέ. Μόλις το 1,6% των 52.210 βιασμών που καταγράφηκαν στη διάρκεια του 2020 σε Αγγλία και Ουαλία κατέληξαν σε καταδίκη ή ακόμη και σε δίκη – και η εμπιστοσύνη των θυμάτων στο σύστημα ποινικής δικαιοσύνης έχει πιάσει πάτο.

Τον Ιούνιο, κυβερνητική έκθεση για την συντριπτική μείωση των καταδικών για βιασμούς – μιλάμε για μείωση της τάξης του 70% από το 2016-17 – ανάγκασε τους αρμόδιους υπουργούς να απολογηθούν στα θύματα, λέγοντας ότι «ντρέπονται βαθύτατα» που έχουν απογοητεύσει χιλιάδες άτομα. Δεσμεύτηκαν ότι θα αλλάξουν τη σκοπιά των αστυνομικών ερευνών, που θα πάψουν να εστιάζουν στην αξιοπιστία των θυμάτων, τα οποία υποβάλλονται σε «ψηφιακό ξεγύμνωμα». Για παράδειγμα, δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις κατάσχεσης των κινητών τους τηλεφώνων και χρήσης ασύνδετων προσωπικών μηνυμάτων στο δικαστήριο – όπως και σημειώσεων από την ψυχοθεραπεία τους – με στόχο την υποβάθμιση των σε βάρος τους εγκλημάτων. Πλέον, υποσχέθηκε η έκθεση, στο στόχαστρο θα τίθενται οι δράστες.

Η έκθεση δεν έχει ολοκληρωθεί, αναφέρει στον Guardian ο Νίντχαμ, όμως ο ίδιος δεν έχει σκοπό να περιμένει μέχρι το σύστημα να επανεφεύρει τον εαυτό του. Οι ιστορίες των επιζησάντων, όπως ο ίδιος, θα πρέπει να γίνουν μέρος της λύσης.

Μια ιστορία φρίκης

Ο Νίντχαμ ήταν μόλις επτά ετών όταν δόθηκε σε ανάδοχη οικογένεια, μετά τη φυλάκιση του πατέρα του για ένα έγκλημα, για το οποίο εξακολουθεί να μην επιθυμεί να μιλήσει δημόσια.

«Ήταν φρικτό», εξομολογείται στον Guardian. «Κατέστρεψε την οικογένειά μας. Η πρώτη μου ανάμνηση είναι να χτυπά η πόρτα και να στέκονται εκεί δυο μπάτσοι. Μπήκαν μέσα και την επόμενη στιγμή ο μπαμπάς μου φορούσε χειροπέδες, και μετά έλειπε για χρόνια. Τα θύματα του εγκλήματος δεν είναι μόνο εκείνοι που κακοποιούνται ή πέφτουν θύματα ληστείας ή τραυματίζονται. Είναι και οι οικογένειές τους και η οικογένεια του εγκληματία – τα αθώα μέλη της οικογένειάς του που είναι αναγκασμένα να υποβάλλονται στο μαρτύριο των επισκέψεων στη φυλακή».

Η μητέρα του, έχοντας πέντε παιδιά και μηδενικά εισοδήματα, παρουσίασε βαριά ψυχικά συμπτώματα και έτσι έχασε την κηδεμονία των παιδιών της, που δόθηκαν σε ανάδοχες οικογένειες.

Το ζευγάρι που ανέλαβε τον Ντίντχαμ ήταν ηλικιωμένο, όμως φαίνονταν καλοί άνθρωποι. «Δεν μου ταίριαζαν, αλλά ξέρεις, δεν είναι η οικογένειά σου, επομένως η εμπειρία δεν είναι ευχάριστη», θυμάται. Το δωμάτιό του ήταν μικρό και είχε ένα παράθυρο.

Υπήρχε όμως και άλλο ένα υπνοδωμάτιο, στο μπροστινό μέρος του σπιτιού και εκεί ήταν που, όπως λέει ο Νίντχαμ, ένα πολύ μεγαλύτερο αγόρι τον βίαζε, σχεδόν κάθε εβδομάδα, επί ένα χρόνο περίπου.

Φοβόταν να μιλήσει

Μιλώντας για την κακοποίησή του ως ενήλικας, ο Νίντχαμ είναι ήρεμος και μιλά με τα γεγονότα. Τότε, δεν είχε κανέναν για να μιλήσει για αυτό που του συνέβαινε και θεωρούσε ότι δεν θα τον πιστέψει κανείς. Και το μεγαλύτερο αγόρι τον τρόμαζε με απειλές για το τι θα του συνέβαινε σε περίπτωση που τολμούσε να αποκαλύψει το μαρτύριό του.

Η κακοποίηση συνεχίστηκε επί ένα χρόνο, μέχρι που ο πατέρας του αποφυλακίστηκε και ο Νίντχαμ πήγε να ζήσει μαζί του. «Είχαμε ένα στρώμα, μια τοστιέρα, μια κατσαρόλα και ένα πλυντήριο και αυτά ήταν όλα για περίπου ένα χρόνο. Όμως για εμένα, ήταν υπέροχα. Σκεφτόμουν ότι ήταν καλύτερα από την αναδοχή. Έμοιαζε με περιπέτεια. Είχαμε και κήπο».

«Ένιωθα ότι δεν άξιζα τίποτα»

Έμαθε μόνος του να παίζει κιθάρα και πήγε σε μουσικό σχολείο, όμως τα παράτησε. Για πολλά χρόνια έκανε δουλειές του ποδαριού. «Για πολλά χρόνια, ήμουν στο άγνωστο», θυμάται. «Δεν πίστευα ότι μπορούσα να κάνω το οτιδήποτε ή ότι άξιζα το οτιδήποτε».

Ένας φίλος του, του είπε ότι θα μπορούσε να γίνει καλός αστυνομικός. Αρχικά το θεώρησε αδύνατο, αφού είναι δυσλεκτικός και δεν είχε την απαραίτητη πιστοποίηση. Όμως υπέβαλε αίτηση – και απέτυχε – πολλές φορές, μέχρι που το 2009 εντάχθηκε στο σώμα.

«Αισθάνθηκα υπέροχα, ήταν μια επιβεβαίωση, παρά το γεγονός ότι ήξερα ότι η εκπαίδευση θα ήταν δύσκολη», λέει. «Όμως υπέφερα από το σύνδρομο του απατεώνα, και ακόμη και τώρα δεν μπορώ να πιστέψω ότι τα κατάφερα».

Πρόσφατα έλαβε βραβείο για την αντιμετώπιση σοβαρών εγκληματιών, ενώ το 2018 είχε βραβευτεί για τον επαγγελματισμό και τη γενναιότητά του στην αντιμετώπιση ενός βίαιου εγκληματία. «Με κάνει να νιώθω ότι επιτέλους κάπου ανήκω και ότι μου αξίζει να είμαι εδώ».

Ο δρόμος προς την καταγγελία

Όταν μπήκε στο σώμα, δεν αποκάλυψε σε κανέναν τι είχε βιώσει. Όμως σταδιακά άρχισε να αισθάνεται το βάρος της ευθύνης που είχε επιτρέψει στον βιαστή του να συνεχίσει τη ζωή του. «Ένιωσα ένοχος που δεν τον είχα καταγγείλει επί τόσα χρόνια», εξηγεί. «Σκέφτηκα ότι σίγουρα θα το έκανε ξανά». Κι έτσι, πήρε τηλέφωνο στην αστυνομία.

Δυο αστυνομικοί τον επισκέφθηκαν στο σπίτι του. «Μου πήραν κατάθεση σε βίντεο. Ήταν η πρώτη φορά που έλεγα ολόκληρη την ιστορία σε οποιονδήποτε – και ξέχασαν να πατήσουν το κουμπί της καταγραφής. Δεν προσπαθώ να επικρίνω τους αστυνομικούς, όμως το αναφέρω όταν μιλάω πλέον σε συναδέλφους: να σιγουρεύεστε ότι ξέρετε πώς λειτουργεί ο εξοπλισμός σας, και ότι όντως λειτουργεί».

Μνήμες που ξυπνούν

Προσθέτει ότι για τα θύματα, η υποχρέωση να αναβιώνουν ξανά και ξανά το τραύμα τους, αυξάνει τον πόνο. «Όταν αποφασίζεις να μιλήσεις, κατά κάποιο τρόπο προετοιμάζεις τον εαυτό σου, η αδρεναλίνη σου ανεβαίνει. Όταν κάνεις αυτό που πρέπει, και μετά αναγκάζεσαι να το ξανακάνεις, ξυπνάνε οι μνήμες και μπορεί να υποστείς μετατραυματικό στρες».

Ο Νίντχαμ κλήθηκε πολλές φορές από τον αστυνομικό που ερευνούσε την υπόθεση, ο οποίος τον ρωτούσε αν ήταν σίγουρος ότι θέλει να προχωρήσει σε δίκη. «Ένιωθα ότι προσπαθούσε να με μεταπείσει», αναφέρει στον Guardian. «Είμαι σίγουρος ότι δεν ήταν έτσι, όμως αυτό ένιωθα. Οπότε του είπα ότι ήμουν αποφασισμένος. Γιατί να το καταγγείλω αν δεν ήθελα να προχωρήσω;»

Όταν έφτασε η μέρα της δίκης, ο Νίντχαμ είδε τον βιαστή του για πρώτη φορά αφότου εγκατέλειψε την ανάδοχη οικογένεια. Αρνήθηκε να καταθέσει μέσω βίντεο. «Είπα στον αστυνομικό: Θέλω να τον κοιτάξω στα μάτια. Ό,τι και να γίνει, θέλω να καθίσω μπροστά του και να τον κοιτάξω, και να πω στους ενόρκους τι μου έκανε».

«Ένιωσα ότι δίκαζαν εμένα»

Ο Νίντχαμ είχε ήδη συμπληρώσει χρόνια εργασίας ως αστυνομικός μέχρι τότε, και ήταν εξοικειωμένος με τις σκληρές ερωτήσεις. Όμως ακόμη κι έτσι, αισθάνθηκε ότι ο συνήγορος του δράστη ήταν υπερβολικά επιθετικός. «Ένιωσα ότι δίκαζαν εμένα», θυμάται. «Απλώς προσπαθούν να σε κάνουν να μπερδευτείς σε κάθε λεπτομέρεια. Με ρωτούσε για τους οίκους ευγηρίας στην περιοχή και αν είχα επισκεφθεί κάποιον από αυτούς, προσπαθώντας επίτηδες να με μπερδέψει. Ήταν πολύ ειρωνικός και απειλητικός. Θυμάμαι ότι στεκόμουν εκεί και έτρεμα. Είχα παγώσει από το φόβο μου».

«Νομίζω ότι δεν ήμουν έτοιμος συναισθηματικά για αυτό, επειδή ποτέ δεν είσαι έτοιμος για κάτι τέτοιο. Μέχρι να τελειώσει, ένιωθα ότι είχα τραυματιστεί ψυχικά».

Μετά από μια εβδομάδα ακροάσεων, οι ένορκοι συνεδρίασαν επί δυο ημέρες. Δεν είχαν καταλήξει σε αποτέλεσμα. Έξι μήνες μετά, η δίκη συνεχίστηκε. Άρχισε να παθαίνει κρίσεις πανικού. «Υποκρινόμουν ότι δεν μου συνέβαινε, ξέρεις, επειδή είμαι αστυνομικός ήθελα να είμαι σκληρός».

«Έκλαιγα σαν μωρό»

Όμως ενώ κατέθετε, έσπασε. «Έκλαιγα σαν μωρό. Ξέρω πώς ακούγεται… Ο δικαστής διέκοψε για λίγο και έπειτα επέστρεψα και ολοκλήρωσα την κατάθεσή μου. Μετά, σκεφτόμουν ότι άφησα ό,τι είχα σε αυτή τη δικαστική αίθουσα και ότι είχα κάνει ό,τι μπορούσα, ψυχολογικά, συναισθηματικά, σωματικά. Και ότι αν δεν έχω αποτέλεσμα, το σύστημα δεν λειτουργεί».

Οι ένορκοι πάλι δεν κατάφεραν να συμφωνήσουν. Ο άνδρας που φέρεται να τον είχε βιάσει, αφέθηκε ελεύθερος.

«Περπατούσα πάνω-κάτω στο σαλόνι μου επί μέρες ολόκληρες και δεν μπορούσα να αποφασίσω. Ήταν εφιάλτης, ακόμη και τώρα κάνει το δέρμα μου να ανατριχιάζει όταν το σκέφτομαι».

«Δεν μπορούσα να φάω»

Κατέρρευσε ψυχολογικά. «Πήγα στο σπίτι και έμεινα στο δωμάτιό μου επί τρεις μήνες. Έτρεμα, κάθε ήχος με έκανε να τινάζομαι, ξέρεις… δεν έβγαινα έξω, δεν μπορούσα να φάω, κοιμόμουν όλη την ημέρα και έμενα ξύπνιος όλη τη νύχτα. Ήμουν πολύ θυμωμένος για έξι μήνες, ρωτούσα τι είχε πάει λάθος, τι θα μπορούσα να είχα κάνει για να τους πείσω. Δεν πίστευα ότι τα πράγματα είχαν εξελιχθεί έτσι, λες και ήμουν εγκληματίας – κάθε πτυχή της ζωής μου μπήκε στο μικροσκόπιο. Είχα τρομοκρατηθεί».

Του έγινε διάγνωση με μετατραυματικό στρες, πήρε αναρρωτική άδεια τριών μηνών και ξεκίνησε τη μακρά διαδικασία της ανάρρωσής του. «Η ψυχοθεραπεία ήταν το καλύτερο πράγμα που έχω κάνει στη ζωή μου. Απλώς μιλούσα ασταμάτητα σε αυτή την καημένη γυναίκα. Ήταν απίστευτη, απίστευτος άνθρωπος».

Βήματα επούλωσης

Μετά την τελευταία φορά που βρέθηκε στο δικαστήριο, ο Νίντχαμ έχει καταφέρει να φτιάξει τη ζωή του. Γνώρισε τη σύζυγό του το 2014, κι εκείνη τον βοήθησε, όπως λέει, να ξαναμάθει να γελάει. «Με υποστηρίζει αφάνταστα στη δουλειά μου και εκτιμά το γεγονός ότι είμαι ειλικρινής για το παρελθόν μου. Της είπα όταν γνωριστήκαμε ότι κοιτάζω μπροστά και όχι πίσω. Δεν μπορείς να οδηγήσεις ένα αυτοκίνητο αν κοιτάζεις μόνο μέσα από τον καθρέφτη σου».

Τώρα, εκπαιδεύει νέους αστυνομικούς και συγκεντρώνει χρήματα μέσω εράνων για θύματα κακοποίησης. Με την υποστήριξη του Survivors Trust, αναπτύσσει ένα δίκτυο εκπαιδευμένων υποστηρικτών θυμάτων, που πρόκειται να επισκεφθούν τα 43 αστυνομικά σώματα της Αγγλίας και της Ουαλίας για να δώσουν φωνή στα θύματα και να βοηθήσουν τους αστυνομικούς να μάθουν πώς να διαχειρίζονται σωστά υποθέσεις σεξουαλικής κακοποίησης.

«Το σύστημα σε αντιμετωπίζει σαν αριθμό»

«Η δίκη δεν μου επέτρεψε να δώσω ένα τέλος μέσα μου, όμως χαίρομαι που πήρα αυτή την απόφαση», σημειώνει. «Ένιωσα ότι το σύστημα δεν έχει καθόλου ενσυναίσθηση. Δεν έχει στο επίκεντρο τους ανθρώπους. Εγώ ένιωσα ότι βασικός στόχος ήταν να ξεφορτωθούν τις υποθέσεις. Ήμουν απλώς άλλος ένας αριθμός σε ένα χαρτί. Και αυτό προσπαθώ να αλλάξω. Ελπίζω η δουλειά που κάνω να έχει μεγαλύτερες επιπτώσεις από μια καταδίκη».

«Έχω ζήσει το σύστημα, έχω πάει στην κόλαση και έχω επιστρέψει. Έχω κρυφτεί για τρεις μήνες στο υπνοδωμάτιό μου, έπρεπε να με σύρουν για να βγω έξω. Όμως μπορώ να διηγηθώ την ιστορία μου – πώς έφτασα από εκεί στο σημείο που είμαι σήμερα».

Υποστηρίζει ότι η έκθεση της κυβέρνησης για τις υποθέσεις βιασμού συνεπάγεται ότι «λαμβάνουμε υποστήριξη από τα υψηλότερα κλιμάκια. Είναι μια μάχη καταδικασμένη, αλλά τώρα έχουμε πάρει φόρα».

Σταματάει για να πάρει ανάσα και τον πιάνουν τα γέλια. «Είμαι τόσο παθιασμένος με αυτό το ζήτημα, θα συνεχίσω μέχρι να έχουμε το σύστημα που χρειαζόμαστε», καταλήγει. «Τώρα που άρχισα να μιλάω, κανείς δε θα με κάνει να σκάσω».

Πηγή: Guardian

Comments are closed.